Δύο πόλεις, που ζουν η μία μέσα στην άλλη

Δύο πόλεις, που ζουν η μία μέσα στην άλλη                   

                                                        Με αφορμή την επίθεση εναντίον του Γιάννη Μπουτάρη

Όσοι είμαστε απ’ τη Θεσσαλονίκη ή ζούμε σ’ αυτήν, είμαστε λίγο-πολύ πεπεισμένοι ότι αυτή η πόλη έχει μια μοναδικότητα, ότι οι ιδιομορφίες της, εκτός από υπέροχες, είναι και αποκλειστικά δικές της.

Κάποτε, ήταν έτσι.

Ήταν η πόλη που  «όσο αυτή υπάρχει, δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς πατρίδα» κατά τον Μαρκ Μαζάουερ: φιλόξενη στη δημιουργική συνύπαρξη εβραίων, μουσουλμάνων, φράγκων, αρμενίων, ελλήνων –και οποιουδήποτε άλλου, που η περιπλάνησή του οδηγούσε τα βήματα του ως εδώ.

Ο εικοστός αιώνας σήμανε το τέλος αυτής της πόλης.

Πρώτα ο Μεγάλος Πόλεμος, ύστερα η πυρκαγιά του ΄17, το προσφυγικό κύμα του ΄22, η ανταλλαγή των πληθυσμών και τελικά το Ολοκαύτωμα, άλλαξαν ολοκληρωτικά τη σύνθεση του πληθυσμού και την ταυτότητά της.

Έμεινε όμως η παγκόσμια πρωτοτυπία του παρηγορητικού όρου της «συμπρωτεύουσας» (κατά το βυζαντινό «συμβασιλεύουσα») και μας άφησε κληρονομιά αυτή την αίσθηση της μοναδικότητας.

Υποπτεύομαι ότι σε καμιά από τις ιδιομορφίες μας δεν είμαστε «οι μόνοι στον κόσμο».

Αν τελικά σε κάτι η Θεσσαλονίκη είναι μοναδική, είναι ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο πόλεις. Που ζουν η μία μέσα στην άλλη και δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν.

Η μία Θεσσαλονίκη είναι η πατρίδα της Φεντερασιόν, της Εθνικής Άμυνας και του εργατικού κινήματος –η άλλη είναι το θέατρο μιας σειράς πολιτικών δολοφονιών και η ιστορική «πρωτεύουσα» του  παρακράτους.  Όμως ας έρθουμε στο σήμερα.

Στις 19 Μαΐου, συνέβη η επίθεση στον Γιάννη Μπουτάρη.

Χαρακτηρίστηκε «φασιστική», «άνανδρη» και διάφορα άλλα, όμως ήταν μια δολοφονική επίθεση και τίποτε λιγότερο. Και τον Λαμπράκη «απλώς να τον τρομάξουν ήθελαν», αν θυμάστε οι μεγαλύτεροι.

Δεν ήταν αναμενόμενη ίσως, αλλά δεν ήταν δυστυχώς και πρωτόγνωρη.

Οι δύο πόλεις που λέγαμε: εκείνη του Ερμπάρ, του Πεντζίκη, του Αναγνωστάκη, του Πέτσα, του Μοσκώφ –και η άλλη: των δοσιλόγων που βαφτίστηκαν «αντιστασιακοί», των εργολάβων, των Γκοτζαμάνηδων, του Άνθιμου και του κάθε Ψωμιάδη.

Ο τελευταίος δε, που επικρότησε την επίθεση χυδαιολογώντας εναντίον του Δημάρχου, ας θυμηθούμε ότι λίγα χρόνια πριν, εξελέγη Νομάρχης με ποσοστό 53%  –ασχέτως του ότι εξέπεσε τελικά του αξιώματος λόγω αμετάκλητης ποινικής καταδίκης.

Η έκπληξη, σε ό,τι με αφορά, ήταν ότι ενώ οι εντεταλμένοι παρ’ ολίγον δολοφόνοι ήταν μια πολύ μικρή ομάδα εν μέσω εκατοντάδων συγκεντρωμένων, τρεις μόνο άνθρωποι που συνόδευαν τον Δήμαρχο προσπάθησαν να τον προστατεύσουν, ενώ οι υπόλοιποι παρακολουθούσαν απαθείς ή χαμογελαστοί, ενώ αρκετοί… τραβούσαν φωτογραφίες.

Κατά τα λοιπά, οι συγκεντρωμένοι «ουδεμία σχέση έχουν» με ακροδεξιά ή παρόμοια στοιχεία. Δε λέω, οι επικεφαλείς των τριών ποντιακών σωματείων –διοργανωτών, δήλωσαν ότι «αυτά δεν τους εκφράζουν» ή κάτι τέτοιο, όμως εγώ τουλάχιστον δεν άκουσα κάτι που να μπορεί να ερμηνευτεί ως απερίφραστη καταδίκη.

Παρακολούθησα ένα μεγάλο μέρος της συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου της Δευτέρας. Το σύνολο του σώματος (με μία θλιβερή εξαίρεση) καταδίκασε χωρίς αστερίσκους την επίθεση. Κάποιοι έντιμοι άνθρωποι όμως, έκαναν την επιλογή να επισημάνουν ότι τελικώς ο Δήμαρχος δεν διοργάνωσε καμία παράλληλη εκδήλωση, ότι κάποιες δηλώσεις του διαστρεβλώθηκαν κλπ.

Αυτά είναι απολύτως ακριβή βέβαια, αλλά δεν είχαν καμιά θέση στη συζήτηση: Τι σημασία έχει τι έκανε ή τι είπε ο Δήμαρχος, επί οποιουδήποτε θέματος; Δηλαδή υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσε να καταδικαστεί η επίθεση με κάποια «αλλά» στη συνέχεια;

Το ζήτημα είναι ότι αυτή η δεύτερη, σκοτεινή πόλη, για μερικά χρόνια έδινε την εντύπωση ότι βρίσκεται σε ύπνωση. Την λανθασμένη εντύπωση.

Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις, εκμετάλλευσης στην καλύτερη και βιαιοπραγίας στη χειρότερη, εναντίον των πρώτων οικονομικών μεταναστών της δεκαετίας του ΄90, δεν ήταν λίγα τα περιστατικά όσων δεν ήθελαν «ρωσοπόντιους» στα σχολεία των παιδιών τους, μέχρι να φτάσουμε στις απροκάλυπτες αθλιότητες εναντίον παιδιών προσφύγων που «θα μολύνουν» αυτό που έχουν κάποιοι στο κεφάλι τους –αν έχουν κάτι εκεί.

Δυστυχώς, κάποιοι πίστευαν πως όλ’ αυτά ήταν απλώς «γραφικότητες».

Και έχουμε πλέον την παρουσία του παρακράτους, ορατή στο φως της ημέρας.

Λένε πολλοί ότι το αυγό του φιδιού (κατά τον αριστουργηματικό τίτλο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν) επωάζεται ξανά. Στην πραγματικότητα, το φίδι έχει ήδη γεννηθεί και κόβει βόλτες ανενόχλητο.

Και όσο αυτό είναι επικίνδυνο, άλλο τόσο επικίνδυνη είναι η υπαρκτή άποψη, ότι το παρακράτος μπορεί να  αντιμετωπιστεί με δημοκρατική ευαισθησία και διάλογο.

Εκτός όλων των άλλων, τελούνται κακουργηματικές πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου.

Δεν ξέρω τι είδους νομικές παρεμβάσεις χρειάζονται ώστε να υπάρξει άμεση και εξοντωτική τιμωρία των πράξεων αυτών, όμως είναι απαραίτητο να γίνουν.

Διότι ζούμε το σουρεαλιστικό φαινόμενο, η δίκη των νοσταλγών του ναζισμού να κινδυνεύει να διαρκέσει περισσότερο απ’ όσο διήρκεσε η κυριαρχία του ναζισμού στην Ευρώπη.

Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο: Στην επίθεση εναντίον του Δημάρχου, στις τηλεοπτικές εικόνες διακρίνεται η παρουσία κάποιων αστυνομικών. Που δεν την αποτρέπουν.

Θα μου πείτε ότι πιθανώς, για να το καταφέρουν αυτό, θα έπρεπε να ασκήσουν υπέρμετρη βία.

Ναι, σύμφωνοι, εναντίον της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται, αλλά στη Δημοκρατία υπάρχει ένας φορέας που δικαιούται και υποχρεούται στην άσκηση Βίας, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προστασία του πολίτη: το Κράτος. Αν αμφιβάλετε, διαβάστε τον «Προμηθέα Δεσμώτη».

 

Κώστας Αποστόλου

Μέλος του Συντονιστικού της Κίνησης «Κοινωνία Πρώτα»

 

 

 

 

Author: Ν Χ

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο στο

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>