Για μια αντικειμενική προσέγγιση της πορείας του «Προσφυγικού»

Το «Προσφυγικό» αποτελεί σήμερα πεδίο σφοδρής σύγκρουσής μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Οι όροι όμως αυτής της σύγκρουσης είναι όροι πολεμικής (προφανώς εν όψει και εκλογών). Έχοντας ζήσει το θέμα αυτό στην πρώτη γραμμή, ως Γενικός Γραμματέας Υποδοχής προσφύγων το 2016, και έχοντας έκτοτε πάρει μια απόσταση από την αμιγώς πολιτική πτυχή του (συνεχίζοντας μια δράση στο ανθρωπιστικό πεδίο), θα ήθελα να επιχειρήσω μια προσέγγιση, όσο πιο αντικειμενική γίνεται.

 

Το απότομο φούντωμα της προσφυγικής ροής πριν 3 χρόνια αποτέλεσε μια μεγάλη πρόκληση για τη χώρα μας, η οποία ταλανιζόταν ήδη από 5 χρόνια βαθιάς κρίσης και από τα γεγονότα του καλοκαιριού 2015. Η Ελλάδα, ως σύνολο, ανταποκρίθηκε επάξια στην πρόκληση αυτή. Ο λαός μας αντέδρασε με ανθρωπιά και δεν υπήρξαν θλιβερά φαινόμενα ξενοφοβίας, που παρατηρήθηκαν σε άλλες χώρες, υποδεχόμενες πολύ μικρότερο αριθμό προσφύγων. Παρά τη γνωστή δυσκινησία του κρατικού μηχανισμού, υπήρξε μια αξιοσημείωτη κινητοποίηση, σχετιζόμενη συχνά με ατομικές πρωτοβουλίες, σε όλα τα επίπεδα: δημόσιοι φορείς, σώματα ασφαλείας, στρατός, τοπική αυτοδιοίκηση κλπ. Προφανώς αυτό ανήκει στην  Ελλάδα στο σύνολό της, αλλά βέβαια και  στην κυβέρνηση στο μέτρο που της αναλογεί. Εξάλλου δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τι θα είχε συμβεί, αν στην εξουσία βρισκόντουσαν ορισμένοι ακροδεξιοί που σήμερα κυριαρχούν στην ΝΔ.

 

Ενώ όμως η Ελλάδα πέρασε σχετικά επιτυχώς τους πρώτους χαοτικούς μήνες, τα προβληματικά φαινόμενα άρχισαν όταν η αθρόα ροή των προσφύγων σταμάτησε, από τον Απρίλιο 2016 και μετά. Τότε, η κυβέρνηση έφερε κατεπειγόντως προς ψήφιση το νομοσχέδιο  για τη δημιουργία Γενικής Γραμματείας Υποδοχής των προσφύγων, που είχαν πλέον εγκλωβιστεί στη χώρα μας, μετά το κλείσιμο των βόρειων συνόρων (Ν. 4375/2016). Η αναγκαιότητα αυτού του μέτρου ήταν αυτονόητη. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Πρωθυπουργός μου είχε κάνει την τιμητική πρόταση να αναλάβω αυτή τη Γενική Γραμματεία.

 

Δυστυχώς τα αυτονόητα μέτρα αυτού του Νόμου δεν εφαρμόστηκαν. Δεν εντάχτηκαν οι καταυλισμοί στη Γενική Γραμματεία Υποδοχής, δεν διορίστηκαν οι διοικητές και ο τότε αρμόδιος Υπουργός, κ. Γιάννης Μουζάλας παρέκαμπτε συστηματικά τους θεσμικούς φορείς του Υπουργείου του, διοικώντας αποκλειστικά με λίγους συμβούλους του πολιτικού γραφείου του, που αποκαλούσε «task force». Αποτέλεσμα αυτής της στάσης ήταν η διαιώνιση μιας χαοτικής κατάστασης, ενώ η Γενική Γραμματεία είχε προετοιμάσει τα σχέδια για την ομαλοποίησή της. Συγκεκριμένα, ήδη από τον Ιούλιο του 2016, σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία, είχε αξιολογήσει όλους τους καταυλισμούς, είχε αποφανθεί βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ποιοι θα βελτιωθούν και ποιοι πρέπει να κλείσουν και είχε προετοιμάσει σχέδιο στέγασης όλων των προσφύγων σε οικίσκους πριν τον χειμώνα. Το σχέδιο ήταν κοστολογημένο και η χρηματοδότηση διαθέσιμη. Αλλά δεν εφαρμόστηκε. Γενικά, ο Υπουργός ακύρωσε κάθε δυνατότητα εφαρμογής του Νόμου για την υποδοχή των προσφύγων, αρνούμενος να υπογράψει την ανάθεση αρμοδιοτήτων στο Γενικό Γραμματέα, όπως προέβλεπε ο νόμος ,που είχε ψηφιστεί με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Η στάση αυτή είχε έναν συστηματικό χαρακτήρα, όπως μαρτυρά μεταξύ πολλών άλλων, η άρνηση του Υπουργού να δεχτεί τη βοήθεια της Ύπατης Αρμοστείας για άμεση ενίσχυση των κέντρων υποδοχής με 118 υπαλλήλους, γεφυρώνοντας έτσι το πολύμηνο κενό διάστημα μέχρι την άφιξη των νέων υπαλλήλων που προέβλεπε ο Νόμος.

 

Στα ερωτήματα για τη στάση αυτή, ο Υπουργός έδινε δυσνόητες εξηγήσεις, όπως πχ ότι ο διορισμός διοικητών στους καταυλισμούς θα καθίστατο άλλοθι για τη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων να αποσυρθούν απ’ αυτούς…

 

Αδυνατώντας να εκπληρώσω την αποστολή που μου είχε αναθέσει ο Πρωθυπουργός και αρνούμενος να συμμετάσχω, έστω παθητικά, σε μια τέτοια πολιτική, παραιτήθηκα στις 13 Σεπτεμβρίου 2016. Η πολιτική αυτή συνεχίστηκε με τραγική συνέπεια τους θανάτους πολλών προσφύγων, οι οποίο είχαν παραμείνει σε καλοκαιρινές σκηνές το δύσκολο χειμώνα 2016-2017. Η διερεύνηση για τις αιτίες αυτών των θανάτων δεν ολοκληρώθηκε και δεν αποδόθηκαν οι ευθύνες. Πιστεύοντας ότι το πρώτο καθήκον μιας πολιτισμένης χώρας, απέναντι στους πρόσφυγες, είναι η προστασία της ζωής τους, θεωρώ το σημείο αυτό εξίσου σημαντικό, αν όχι σημαντικότερο από το θέμα της διαχείρισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων.

 

Όσο αφορά το θέμα αυτών των κονδυλίων, το βασικό πρόβλημα εκείνης της περιόδου ήταν η χαμηλή απορρόφησή τους. Η βασική αιτία ήταν η οργανωτική ανεπάρκεια του Υπουργείου, όπως εξάλλου μου το είχαν εκμυστηρευτεί υψηλόβαθμα στελέχη της ΕΕ. Ας θυμίσουμε ότι το 2016, το Υπουργείο απορρόφησε μόλις το 28% των διαθέσιμων πόρων που θα μπορούσε να έχει αξιοποιήσει. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη δραματική κατάσταση που επικρατεί κατά τόπους, όπως στη Μόρια. Στα νησιά όμως ο βασικός παράγοντας της επικρατούσας αθλιότητας είναι η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, που καθηλώνει τους πιο ευάλωτους, τους νεοαφιχθέντες, σε ακριτικά μέρη, αντί να τους τοποθετήσει υπό ευνοϊκότερες συνθήκες στην ηπειρωτική Ελλάδα και, γιατί όχι, στο σύνολο της Ευρώπης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κ. Μουζάλας δεν έχανε ευκαιρία να εξυμνεί αυτή την υποτιθέμενη «σωτήρια» συμφωνία.

 

Υπήρξαν επίσης και σοβαρές οικονομικές σκοτεινές πτυχές, οι οποίες, ενώ ήρθαν στη δημοσιότητα, ποτέ δεν εξιχνιάστηκαν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η υπόθεση «Σόφτεξ», τα στοιχεία για την οποία είναι πλέον γνωστά. Μια έμπειρη ανθρωπιστική οργάνωση, η ASB,  πιστώνεται με 2,5 εκ. € από την DG-ECHO για να κατασκευάσει έναν καταυλισμό 1500 θέσεων στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Η αρμόδια υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας της προτείνει την τοποθεσία ενός παλιού εργοστασίου της Σόφτεξ, το οποίο αποδέχεται η ABS. Παρεμβαίνει όμως η σύμβουλος του πολιτικού γραφείου του Υπουργού, και αντιπαραθέτει τη δική της μελέτη, η οποία απαιτεί χρηματοδότηση 8,6 εκ. €, ποσό το οποίο συμπεριλαμβάνει και εργολαβικό κέρδος 1,06 εκ. €. Σημειωτέον ότι η Ύπατη Αρμοστεία εκτιμά ότι το κόστος ενός τέτοιου καταυλισμού κυμαίνεται συνήθως γύρω στα 1,5 εκ. € και δεν ξεπερνάει τα 2,5 εκ. €.

 

Ακολουθεί μιντιακή αναταραχή η οποία καταλήγει σε κοινοβουλευτική ερώτηση της αντιπολίτευσης. Ο Υπουργός απαντάει με αυταπόδεικτα ψεύδη, αλλά η αντιπολίτευση… δεν επιμένει. Βέβαια στο μεταξύ ο υπουργός έχει «ζητήσει συγνώμη» στη ΝΔ. Η υπόθεση ξεχνιέται, χωρίς να έχει δοθεί πραγματική απάντηση.

 

Στη συνέχεια ακολουθεί στην κυριολεξία μια «επιδημία» παραιτήσεων. Παραίτηση του γ.γ. Μεταναστευτικού Βασίλη Παπαδόπουλου, του γ.γ. Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Κωστή Παπαϊωάννου, του διευθυντή της Υπηρεσίας Υποδοχής Παναγιώτη Νίκα, του διαδόχου μου στη Γενική Γραμματεία Τάσου Σαλτερή, της διορισμένης από τον κ. Μουζάλα νέας διευθύντριας Υπηρεσίας Υποδοχής Ανθής Καραγγελή. Ας προσθέσουμε και την παραίτηση του εκπροσώπου του υπουργού στη Θεσσαλονίκη, κ. Κώστα Κουσαξίδη, μετά την υπόθεση Σόφτεξ. Παρά την σχετική ηρεμία του 2017, η κατάσταση δεν βελτιώνεται. Ο υπουργός ακολουθεί μια ρητορική που μοιάζει περισσότερο αντιπολιτευτική παρά διαχειριστική: φταίνε όλοι πλην του ιδίου. Φταίνε οι Δήμοι, η ΕΕ, οι αλληλέγγυοι, οι ΜΚΟ κλπ. Οι ΜΚΟ ειδικά παρουσιάζονται ως οι «ιδανικοί ύποπτοι», εφόσον απορροφούν μεγάλο ποσοστό των κονδυλίων, παραβλέποντας όμως το γεγονός ότι αυτό οφείλεται στη χαμηλή απορρόφηση από το Υπουργείο, αλλά και ότι ποτέ δεν τεκμηριώθηκε κάποια κατηγορία.

 

Ας εξετάσουμε όμως προσεκτικά το θέμα αυτό. Η πρώτη παρατήρηση αφορά την ασάφεια του όρου «μη κυβερνητική οργάνωση». Είναι μια αρνητική ονομασία, που προσδιορίζει τι ΔΕΝ είναι αυτές οι οντότητες και όχι αυτό που ΕΙΝΑΙ. Έτσι, ΜΚΟ μπορεί να είναι κάποια οργάνωση πχ για την καλλιέργεια στον Αμαζόνιο, που εδρεύει (όλως τυχαία) στην εκλογική περιφέρεια ενός υπουργού, το υπουργείο του οποίου χρηματοδοτεί την συγκεκριμένη οργάνωση, το έργο της οποίας είναι γενικά αόρατο. ΜΚΟ είναι όμως και οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, που δεν παίρνουν ούτε 1 € από το κράτος, ενώ παρεμβαίνουν σε όλες τις μεγάλες κρίσεις του πλανήτη. Ας σταματήσουμε λοιπόν να μιλάμε αόριστα για «ΜΚΟ», ας εξετάσουμε ποιες οργανώσεις χρηματοδοτήθηκαν από την ΕΕ και ποιος είναι ο ελεγκτικός τους μηχανισμός. Αυτές οι οργανώσεις είναι καταρχήν περιορισμένες στον αριθμό. Ήταν 9 διεθνείς οργανώσεις το 2016, χρηματοδοτούμενες από την DG-ECHO και 5 ελληνικές, χρηματοδοτούμενες από την Ύπατη Αρμοστεία. Οι μηχανισμοί ελέγχου ήταν ιδιαίτερα αυστηροί και ακολουθούσαν τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αγγελικός κόσμος δεν υπάρχει πουθενά, αλλά οι προδιαγραφές των ευρωπαϊκών ελέγχων είναι τάξει ανώτερες από εκείνες του ελληνικού Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ας υπενθυμίσουμε μόνο ότι οι τελευταίοι γίνονται από υπάλληλο που παραμένει πάντα στο γραφείο του, αγνοώντας επί της ουσίας τι ελέγχει, ενώ οι έλεγχοι ευρωπαϊκών προδιαγραφών γίνονται από κινητές ομάδες που μετακινούνται στα πεδία δράσης.

 

Υπό το φως αυτό πρέπει να εξετάσουμε  και τις όψιμες «αποκαλύψεις» του κ. Ηλιόπουλου για τον οποίο τίθεται το εξής ερώτημα: αν έχει συγκεκριμένα στοιχεία, γιατί τα συγκάλυπτε επί έναν χρόνο, όντας σε διευθυντική θέση, αλλάζοντας στάση μετά το αίτημα παραίτησής του από τον Υπουργό; Αν δεν έχει συγκεκριμένα στοιχεία, ποιος ο λόγος να αναπαράγει τώρα αοριστίες;

 

Κάνοντας μια σύνοψη των πιο πάνω, πως θα μπορούσαμε να αξιολογήσουμε την κατάσταση;

Θεωρώ δεδομένο ότι οι κριτικές της αντιπολίτευσης έχουν πολεμικό, αβάσιμο και υστερόβουλο χαρακτήρα. Στοχοποιούν τον νυν Υπουργό, για μια κατάσταση, που έδειξαν ακατανόητη επιείκεια στον προηγούμενο. Δεν έθεσαν ποτέ ερώτημα για την πρωτοφανή επιδημία παραιτήσεων μέσα σε έναν μόνο χρόνο. Δέχτηκαν αυταπόδεικτα ψεύδη στα ερωτήματα που τέθηκαν στον κοινοβουλευτικό έλεγχο.

 

Από την πλευρά της, η κυβέρνηση σήκωσε ένα βαρύ φορτίο με την άνιση κατανομή των βαρών σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Αν ευθύνεται για κάτι, είναι η καθυστέρηση της αντίδρασής της στα νοσηρά φαινόμενα που χαρακτηρίζουν την θητεία του προηγούμενου υπουργού. Ο κίνδυνος σήμερα γι’ αυτήν είναι να παγιδευτεί σε μια αδύνατη προσπάθεια δικαιολόγησης αυτής της θητείας. Η θέση της κυβέρνησης θα γίνει πειστική και δυνατή όταν αποκτήσει και μια πτυχή αυτοκριτικής (όπως εξάλλου συνέβη και με το θέμα των γεγονότων στο Μάτι).

 

Όσο αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, θεωρώ ότι τα στελέχη της στην Ελλάδα έχουν προσπαθήσει φιλότιμα να βοηθήσουν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τους decision makers στις Βρυξέλλες και για την Γερμανική κυβέρνηση. Τα υψηλόβαθμα στελέχη είχαν ενημερωθεί για τα αίτια της χαοτικής κατάστασης που διαμορφώθηκε το 2016 και σίγουρα όχι μόνο από μένα. Ακολούθησαν όμως μια πολιτική σιγής και κάλυψης  του τότε υπουργού, ο οποίος είχε και μια σθεναρή υποστήριξη από την Γερμανική πλευρά. Αυτό ήταν βέβαια αναμενόμενο, αν θυμηθούμε τις μυστικές συμφωνίες de Maiziere και Μουζάλα για παράτυπη καθυστέρηση των οικογενειακών επανενώσεων, όπως και τη συγκαταβατικότητα με την οποία ο τελευταίος αντιμετώπισε τις γερμανικές απαιτήσεις για επιστροφή προσφύγων στην Ελλάδα. Υπό αυτό το πρίσμα, η απόφαση ελέγχου από την OLAF είναι καλοδεχούμενη αν και όψιμη. Θα ήταν χρήσιμο να μάθουμε γιατί δεν έγινε επί υπουργείας του κ. Μουζάλα. Και επίσης αν αυτός ο έλεγχος θα είναι επί του συνόλου των σκιών (όπως πχ η υπόθεση Σόφτεξ και οι θάνατοι προσφύγων) ή επιλεκτική.

Συνοπτικά , η στάση της ΕΕ δεν χαρακτηρίζεται από ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, αλλά από κρατικό εγωισμό των ισχυρών απέναντι σε πιο αδύναμους: «πάρτε τα λεφτά και βγάλετε μόνοι σας τα κάστανα από την φωτιά». Δυστυχώς, το 2016 ούτε τα λεφτά δεν αξιοποιήθηκαν!

 

Η πρόκληση τώρα είναι να ανακτήσουμε γρήγορα και αποτελεσματικά τον χαμένο χρόνο.

 

Author: Ν Χ

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο στο

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>